Καλάμι-Μαρτυρικό Χωριό

Η σφαγή στο Καλάμι Λιβαδειάς 11 Ιουνίου 1944

Ως «Μαρτυρικά Χωριά και Πόλεις» χαρακτηρίζονται στην Ελλάδα χωριά ή πόλεις, τα οποία έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές από ξένους εισβολείς ή κατακτητές σε περιόδους πολεμικών συγκρούσεων. Ο χαρακτηρισμός αυτός γίνεται επίσημα με προεδρικό διάταγμα. Αφορά οικισμούς που έχουν υποστεί καταστροφές την περίοδο της Κατοχής(19411944).

Στο πέρασμα των αιώνων η ανθρωπότητα είναι ζήτημα αν δοκίμασε παρόμοια θηριωδία. Κανένας ηθικός φραγμός. Σφάζουν νήπια, έγκυες γυναίκες, μικρά παιδιά, ιερείς, υπερήλικες, απαγχονίζουν, καίουν ζωντανούς, εκτελούν με λιθοβολισμό, με τσεκούρι, με ξιφολόγχη και με πυροβόλα όπλα. Ατομικές εκτελέσεις, ομαδικές εκτελέσεις και ολοκαυτώματα, νεκροί από μάχες μεταξύ της Αντίστασης και των Δυνάμεων Κατοχής, με βάση τα στοιχεία που διαθέτουμε ως σήμερα.

Το βράδυ της σφαγής του Διστόμου, οι Γερμανοί στρατιώτες διανυκτέρευσαν στην Λιβαδειά. Την επόμενη ημέρα, 11 Ιουνίου 1944, ένα επίτακτο φορτηγό της γερμανικής φρουράς του Αλιάρτου, δέχτηκε την επίθεση ανταρτών κοντά στην Κορώνεια. Δύο στρατιώτες τραυματίστηκαν και το αυτοκίνητο λαφυραγωγώθηκε. Λίγο μετά τις 18.00 μια διμοιρία του 4ου Λόχου του Ι/7 Τάγματος ξεκινούσε με δύο φορτηγά από τον Αλίαρτο με την διαταγή να εξοντώσει τα πάντα στο δρόμο Αλιάρτου-Λιβαδειάς, ως το σημείο της ενέδρας. «Τα αυτοκίνητα δε στάθηκαν τυχερά. Ήταν Κυριακή κι οι Έλληνες δεν δούλευαν στα χωράφια […] Μονάχα στο σταυροδρόμι προς τον Άι-Γιώργη συναντήσανε δύο. Τον Γιώργη Κατή, 45 ετών από τον Άι-Γιώργη και έναν έμπορο ταξιδιώτη από την Κοκκινιά, Γιάννη Παυλιδάκη. Σ’ αυτούς ξέσπασαν αδειάζοντας πάνω τους τα τουφέκια». Από τη Λιβαδειά την ίδια ώρα ξεκίνησαν τρία φορτηγά και δυο μοτοσικλέτες, που έφθασαν το σούρουπο στο Καλάμι, με ομήρους τρεις διαβάτες. Εν συνεχεία, προχώρησαν στην συγκέντρωση των όλων των κατοίκων, ανδρών, γυναικών, παιδιών. Οι τρεις μοναδικοί άνδρες κάτοικοι χωρίστηκαν από τα γυναικόπαιδα και εκτελέστηκαν στην είσοδο του χωριού μαζί με τους ομήρους. Ακολούθησαν σκηνές πρωτοφανούς αγριότητας:
«Τα γυναικόπαιδα τώρα πια καταλαβαίνουν πως έφτασε το τέλος τους. Αρχίζουν να κλαίνε με ξεφωνητά. Οι μάνες, με τα παιδιά στα χέρια, προσπέφτουν στους δολοφόνους τους, και τους θερμοπαρακαλάνε ν’ αφήσουν τα παιδιά τους να φύγουν κι αυτές ας τις σκοτώσουν […] Η Ευαγγελία Σλατινοπούλου κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της τα δύο παιδιά της. Κλαίνε κι αυτά, χωρίς να ξέρουν τι τους προσμένει. Κάποιος από τους φονιάδες σέρνει τη λόγχη του κι ανάλγητα τα λογχίζει ένα-ένα στο λαιμό. Το αναπάντεχο που βλέπει και το ζεστό αίμα απ’ τα βρέφη, κάνουν τη μάνα Σλατινοπούλου έξω νου να στριγκλίζει, σφίγγοντας στην αγκαλιά τα μισοπεθαμένα παιδιά της. Άλλος φονιάς παρεκεί, [της] φυτεύει μια σφαίρα στο κεφάλι». Ο ήχος των πολυβόλων κάλυψε όλους τους ήχους της πλάσης. Έξι άντρες και δεκαέξι γυναικόπαιδα δολοφονήθηκαν εκείνη τη νύχτα και τα πτώματα τους, αφού τα πέταξαν μέσα σε ένα σπίτι, έβαλαν φωτιά με τη βοήθεια εμπρηστικής σκόνης και τα αποτρέφωσαν. Έπειτα, λεηλάτησαν όλα τα σπίτια, ακόμη και την αποθήκη του Ερυθρού Σταυρού. Τα λάφυρα τους τα φόρτωσαν σε φορτηγά και αποχώρησαν από το Καλάμι. Ο απολογισμός ήταν 26 εκτελεσθέντες, ανάμεσά τους κι ένα αβάπτιστο βρέφος, 2 τραυματίες και η καταστροφή του χωριού.

Το μακάβριο θέαμα αντίκρισε πρώτος ένας Σουηδός γιατρός, επικεφαλής ομάδας του Ερυθρού Σταυρού, που κατευθυνόταν προς το Δίστομο. Μάλιστα, προς στιγμήν θεώρησαν, πως είχαν φθάσει στο Δίστομο, βλέποντας όλη αυτή την καταστροφή.

Οι αξιωματικοί των Ναζί, υπεύθυνοι της σφαγής στο Δίστομο και στο Καλάμι ήταν οι κάτωθι:

  • ο στρατιωτικός Διοικητής Λιβαδειάς Ταγματάρχης των S.S. Stuzmau Afeohrer Rickert

  • ο Φρούραρχος Λιβαδειάς Γερμανός υπολοχαγός των S.S. Ober Sturmpeyhrer Zabel

  • ο Γερμανός λοχαγός των S.S. Λεβαδείας Hauptstuzmpmfuhrer Copenfer

  • ο διοικητής της Γκεσταπό Λιβαδειάς ανθυπολοχαγός Sekre Karl Kaze Paar

  • ο υποδιοικητής της G.F.P. Λιβαδειάς επιλοχίας Rellwebel Willy Jannis η διερμηνέας του Franlein Johanna.

Το χωρίο ερήμωσε και δεν κατοικήθηκε ποτέ ξανά.

Στο σημείο εκτέλεσης υπάρχει ένα λιτό μνημείο προς τιμήν των πεσόντων.

Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως.
Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο διευθυντής της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκληµάτων Πολέµου Δημ. Κιουσόπουλος, αντισαγγελέας του Αρείου Πάγου, διατάσσει ανάκριση κατά Γερμανών αξιωματικών για τη σφαγή του Διστόμου και του Καλαμίου.

«To κατά 16 άρθρον 6 της Συν. Πράξεως 73)45 Συµβούλιον συγκείµενον εκ των δικαστών κ.κ. Δηµ. Κιουσοπούλου Διευθυντού τής Κεντρικής Υπηρεσίας τού Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκληµάτων Πολέµου Άντιεισαγγελέως παρά τω Άρείω Πάγω, ως Προέδρου, Άνδρ. Τούση, Εφέτου Αθηνών και Γεωργίου Δηµητροπούλου Πρωτοδίκου Αθηνών, ως µελών.
Συνελθόν εv τω προς διάσκεψιν δωµατίω του την 3ην Ιουνίου 1946 παρουσία και του Γραµµατέως κ. Νικ. Ράπτη, ίνα σκεφθή και αποφανθή επί της εξής υποθέσεως.

Οι RICKERT, Γερμανός Ταγματάρχης των S.S. στρατιωτικός Διοικητής Λιβαδειάς κλπ. κατηγγέλθησαν επί φόνοις κλπ.
Συνεπεία της καταγγελίας ταύτης διετάχθη υπό του Διευθυντού τού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου και ενηργήθη ανάκρισις επί τής υπ. αριθµ. 176 δικογραφίας.

Στο κείμενο έχουν αλλαχθεί μόνο μερικά ονόματα που ήταν καταφανώς γραμμένα εκ παραδρομής.

Μετά την ανάκριση εκδίδεται διαταγή σύλληψης και προφυλάκισης 6 Γερμανών με βάση το σκεπτικό που παρατίθεται.
Το έγγραφο είναι σημαντικό για δύο λόγους:

1ον έχουμε την επίσημη,την «κρατική», ματιά στα γεγονότα της 10ης και της 11ης Ιουνίου 1944 ήδη από το 1946, δηλαδή μόλις 2 χρόνια μετά το ολοκαύτωμα.

2ον είναι απαραίτητη η ύπαρξη τέτοιων κειμένων στο διαδίκτυο και για τους απλούς χρήστες του διαδικτύου και για τους ερευνητές.

Η τιμωρία των ελαχίστων αυτών φονέων δεν ικανοποιεί το περί δικαίου συναίσθημα, δεν αντισταθμίζει την έκτασιν των εγκλημάτων των, ατυχώς ως εκ των συνθηκών καθ’ ας εξετελέσθησαν τα εγκλήματα δεν κατέστη δυνατός ό προσδιορισμός της ταυτότητος όλων των εγκληματησάντων. Διό της τιμωρίας ελάχιστων υπευθύνων εγκληματιών δεν επιδιώκεται η ανταπόδοσις. Διά της παραδόσεως εις την διεθνή lστορίαν, εις χλεύην και εμπτυσμόν εκείνων, οι οποίοι εν καιρώ πολέμου εστρέφοντο κατά αθώων και αμάχων πολιτών, σκοπείται ό παραδειγματισμός.
Επειδή αι πράξεις των κατηγορουμένων αντιστρατεύοντα προς τε το περί δικαίου συναίσθημα και προς τούς διεθνείς κανόνας δικαίου, οίτινες διέπουν τούς εμπολέμους καθ’ ους απαγορεύονται αι συλλογικαί ποιναί και τα αντίποινα διά πράξεις τρίτων, συνιστώσι δε τα αδικήματα της κατά σύστασιν αυτουργίας εις θανατώσεις πολιτών δι’ αντίποινα διά πράξεις τρίτων, εις επιβoλήν συλλογικών ποινών, εις κακόβουλον καταστροφήν ιδιοκτησίας δι’ εμπρησμoύ, εις λεηλασίας και διαρπαγάς, εις συστηματικήν τρομοκρατίαν, άτινα προβλέπονται και τιμωρούνται υπό των άρθρων 56, 57 Π.Ν. άρθρον 1 εδ. 2 στοιχ. Α.Β., περιπτ. 2, 15, 16, 17, 21, αρθρ. 2 § Α. Β. περιπτ. 3, 4, 5, 6 της ύπ’ άριθμ. 73 Συντ. Πράξεως, εν συνδυασμώ προς τα άρθρα 287 – 288 τού Ποινικού Νόμου.
Επειδή δέον να διαταχθεί η σύλληψις των κατηγορουμένων τούτων και ταύτης έπιτευχθησομένης η προφυλάκισίς των μέχρις οριστικής εκδικάσεως της κατ’ αυτών κατηγορίας.
Διά ταύτα

Παραπέμπει ενώπιoν τού ορισθησομένου διαρκούς Στρατοδικείου τους κάτωθι:

  • Sturnbaunfubrer Rickert, Γερμανόν ταγματάρχην των S.S., στρατιωτικόν διοικητήν Λεβαδείας

  • Ober Sturnduhrer Zabel, Γερμανόν υπολοχαγόν των S.S. φρούραρχον Λεβαδείας

  • Hauptstuzmeuhner Kopfner, Γερμανόν λοχαγόν των S.S.

  • Sekrete Karl Paar, Γερμανόν ανθυπολοχαγόν διοικητήν της Γκεσταπό Λεβαδείας

  • Frldwebel Willy Jannis, Γερμανόν επιλοχία υποδιοικητήν της G.F.np. Λεβαδείας

  • Franlein Johanna, διερμηνέα

ίνα δικασθώσιν ως υπαίτιοι τού ότι αλλοδαποί όντες και ανήκοντες εις τας ενόπλους δυνάμεις τού κατά τον τελευταίον

  • Έπέβαλον συλλογικάς ποινάς κατά Ελλήνων πολιτών, ήτοι όμαδικάς εκτελέσεις, εμπρησμούς κλπ.

  • Ενήργησαν συστηματικήν τρομοκρατίαν των πολιτών περιφερείας Διστόμου δι’ ομαδικών εκτελέσεων αθώων, αφανισμού της ιδιοκτησίας των κλπ.

  • Κατέστρεψαν κακοβούλως ιδιοκτησίας Ελλήνων πολιτών, ήτοι ένέπρησαν δεκάδας οικιών κατοίκων Διστόμου μετά των εν αυτοίς υπαρχόντων, ήτοι των Ν. Σφοντούρη, Χαρ. Σφοντούρη, Γεωργ. Γαβρίλη, Ί. Σκούτα, Χρ. Γαβρίλη, Σπ. Μαλάμα, Ήλ. Καρούζου, Νικ. Παπαθανασίου, Εύστ. Χήρας Ay. Στεργίου, απέκτειναν περί τα 70 ζώα, ήτοι ίππους, ημιόνους των κατοίκων Διστόμου.

  • Ελεηλάτησαν και διήρπασαν άπαντα τα υπάρχοντα των κατοίκων Διστόμου – Καλαμίου, ήτοι τρόφιμα, ενδύματα, ζώα, τιμαλφή.

    Διατάσσει την σύλληψιν των ανωτέρω κατηγορουμένων και ταύτης επιτευχθησομένης την προφυλάκισίν των μέχρις εκδικάσεώς της κατ’ αυτών κατηγορίας.

    Απεφασίσθη και εγένετο εν Αθήναις, τη 3η Ιουνίου 1946 και εξεδόθη αυτόθι την 5 Ιουνίου 1946.

    Ο πρόεδρος Δ. Κιουσόπουλος

Ο Γραμματέας Ν. Ράπτης